Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Οικογενειακή παράδοση 80 χρόνων

Η παράδοση της οικογένειας Μορφίδη στα κάρα ξεκινά το 1930 όταν ο Κωνσταντίνος Μορφίδης, ο πατέρας μου, άνοιξε το σιδεράδικο – καροποιείο του στην Προσοτσάνη Δράμας. Πρόσφυγας το ’22 απ’ την ανατολική Θράκη, έμαθε την Τέχνη του καροποιού κοντά στους φημισμένους εκείνη την εποχή τεχνίτες από τις Σαράντα Εκκλησιές και την Αδριανούπολη, που εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας και την Προσοτσάνη.


Το σιδηρουργείο – καροποιείο ήταν απ’ τα πιο άρτια οργανωμένα στην περιοχή με προσωπικό που έφθανε τα 10 άτομα. Μαζί με αυτούς και εγώ που από την παιδική μου ηλικία άρχισα να μαθαίνω την Τέχνη. Από τότε που πρωτομπήκα στο καροποιειο της οικογένειας έχουν περάσει πενήντα χρόνια…. Τα κάρα πέρασαν στην «ιστορία» - τουλάχιστον για τις αγροτικές εργασίες που χρησιμοποιούνταν τότε – όμως κατάφερα να κρατήσω ζωντανή την παράδοση.



Πλέον με πολύ κόπο και μεράκι αναλαμβάνω στο δικό μου μέρος ελάχιστες παραγγελίες. Φυσικά επιδιορθώνω και τα παλαιά κάρα, που οι ιδιοκτήτες τους θέλουν να κρατήσουν «ζωντανά»..!



Τα «περίφημα» κάρα της Δράμας που κατασκευάζουμε

Η οικογένεια μας ακολούθησε την «παράδοση» της Ανατ. Θράκης κατασκευάζοντας τέσσερα είδη κάρων. Πρόκειται για κάρα με λεπτές γραμμές, σκαλισμένα τα ξύλινα μέρη και περίτεχνες ζωγραφιές μοναδικά σε όλη την Ελλάδα. Φυσικά όλα τους προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες μίας μεγάλης αγροτικής περιοχής, όπως αυτή της Προσοτσάνης Δράμας. Έτσι εκτός απ’ τη μεταφορά προσώπων εξελίχθηκαν στο κύριο εργαλείο μεταφοράς της αγροτικής παραγωγής.



Το δίτροχο

Συνήθως το έσερναν γαϊδουράκια και προοριζόταν για σχετικά μικρές εργασίες, με δεδομένο το μέγεθος τους. Το μήκος τους συνήθως ήταν γύρω στο 1,5 μέτρο. Το πλάτος τους στο 1 μέτρο. Είχε θέσεις για δύο επιβάτες και φυσικά έναν μικρό χώρο για μεταφορά παραγωγής, αντικειμένων κοκ





Η «σούστα» (ή γνωστή απ’ τα τουρκικά ως «ντεβές»)

Ο συγκεκριμένος τύπος κάρου έβγαινε σε τρία μεγέθη ανάλογα με την εργασία που προοριζόταν… αλλά και το άλογο που  θα το έσερνε! Έτσι υπήρχε το μικρό (Νο4 όπως το αποκαλούσαμε) για ελαφριές εργασίες και μικρόσωμα άλογα, το μεσαίο (Νο5), που ήταν και το πιο διαδεδομένο (κυρίως στους καπνοπαραγωγούς), και το μεγάλο (Νο6) για μεγάλες μεταφορές και …μεγαλόσωμα άλογα. Η ονομασία του δεν ήταν βέβαια τυχαία, μιας και εισήγαγε την «καινοτομία» εκείνης της εποχής, μία μεγάλη «σούστα» πάνω σε κάθε άξονα, ουτως ώστε να απορροφά τους κραδασμούς. Ήταν δηλαδή ο «πρόγονος» των σημερινών αμορτισέρ.



Η «σούστα Μακάς»

Πρόκειται για μία εξέλιξη της παραπάνω κατηγορίας. Η ουσιαστική διαφορά είχε να κάνει με τον τρόπο και τον αριθμό των σουστών που τοποθετούνταν στους άξονες του κάρου. Η συγκεκριμένη κατηγορία αφορούσε κάρα με διπλές σούστες σε κάθε άξονα για ακόμα μεγαλύτερη μείωση των κραδασμών. Τη συγκεκριμένη κατηγορία την προτιμούσαν οι μεταφορείς προϊόντων σε μεγάλες χιλιομετρικές αποστάσεις, που συνήθως «συνέδεαν» την επαρχία με τα μεγάλα αστικά κέντρα.



Το βοϊδόκαρο «Ντούζικο»

Το έσερναν ένα ή δύο βόδια. Δεν είχε σούστες. Ήταν ότι πιο απλό σχεδιαστικά και κατασκευαστικά. Το μέγεθος τους ήταν μεγαλύτερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κατηγορία κάρου προκειμένου να μεταφέρουν τα πιο «ογκώδη» προϊόντα – συνήθως άχυρα, σιτηρά, κτλ.

«Επανάσταση» στις μεταφορές

Μια επανάσταση στις μεταφορές και την αγροτική καλλιέργεια συντελέστηκε στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας και της Προσοτσάνης μετά το κύμα προσφύγων που υποδέχθηκαν το 1922. Αυτό καθώς οι μέχρι τότε φημισμένοι καροποιοί απ’ τις Σαράντα Εκκλησιές και την Αδριανούπολη της Ανατ. Θράκης εισήγαγαν στην δουλειά και την καθημερινότητα των αγροτών της περιοχής άμαξες και κάρα που δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ ξανά. Μέχρι το ’22 κάθε μεταφορά γινόταν με τα ζώα, ενώ υπήρχαν ελάχιστες βοϊδάμαξες. Αργότερα τα κάρα είναι που θα παίξουν κύριο λόγο στην αλυσίδα εξαγωγής του καπνού που θα κάνει διάσημη την Προσοτσάνη σε όλη την Ευρώπη τα χρόνια του Μεσοπολέμου.



Έτσι τα κάρα που «έφεραν» οι πρόσφυγες θα γίνουν και το μεγαλύτερο εργαλείο προώθησης του φημισμένου σε όλη την Ευρώπη για την ποιότητα του καπνού

Παράλληλα θα αρχίσουν να κατασκευάζονται μέσα στο ελληνικό κράτος πλέον τα περίφημα για την ομορφιά τους κάρα της ανατ. Θράκης με τις τεχνοτροπίες  και τις μοναδικές στο είδος τους ζωγραφιές, που αναλάμβαναν πάντα εξειδικευμένοι τεχνίτες βαφείς – ζωγράφοι. Έπειτα από χρόνια τα συγκεκριμένα κάρα θα είναι γνωστά σε όλη την Ελλάδα ως «τα κάρα της Δράμας» και τα καροποιεία της περιοχής να δέχονται παραγγελίες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας.

Στην Προσοτσάνη εγκαταστάθηκαν τρεις τεχνίτες πρόσφυγες με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Με τη σειρά τους θα μεταλαμπαδεύσουν την τέχνη τους σε μία σειρά από «τσιράκια», κυρίως προσφυγόπουλα φθάνοντας τη δεκαετία του ’60 –εποχή κορύφωσης- να λειτουργούν περί τα 9 καροποιεία.